 |
 |
 |
|
|
 |
|
|
| |
|
| |
ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
ΜΑΪΟΣ 2009 |
| |
|
| |
|
| |
Ένα μωρό στον πάγο |
 |
|
| |
Το κοπάδι των μαμούθ πλησιάζει το ορμητικό ποτάμι. Ένα θηλυκό νεογνό προχωρά πλάι στα τεράστια πόδια της μητέρας του, χαϊδεύοντας πού και πού το μακρύ, στιλπνό τρίχωμά τους με την προβοσκίδα του. Ο ουρανός έχει ένα ολόλαμπρο γαλανό χρώμα κι ένας ξηρός αέρας σφυρίζει ανάμεσα στα χορτάρια που κυματίζουν σαν τη φουσκοθαλασσιά του ωκεανού, σε μια στέπα που εκτείνεται σε απόσταση 18.000 χιλιομέτρων και καλύπτει το βόρειο τόξο του κόσμου της Παγετώδους Εποχής. Ο μακρύς χειμώνας έχει περάσει· το κελάηδισμα των πουλιών και η μυρωδιά του υγρού αργιλώδους εδάφους πλανιόνται στον αέρα.
Ίσως είναι η ζεστασιά του ήλιου που παρασύρει τη μητέρα, και για μια στιγμή χάνει τα ίχνη του μωρού της. Το νεογνό περιπλανιέται κατευθυνόμενο προς το νερό. Παραπατά στην ολισθηρή όχθη του ποταμού και γλιστρά σ’ ένα λασπώδες μείγμα αργίλου, άμμου και φρεσκολιωμένου χιονιού. Παλεύει να απελευθερωθεί, αλλά κάθε του κίνηση το τραβά πιο βαθιά. Η λάσπη μπαίνει στο στόμα, στην προβοσκίδα, στα αφτιά του· μέσα στη σύγχυσή του, πασχίζει να ανασάνει. Αντ’ αυτού, το στόμα του γεμίζει βρόμικη λάσπη.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Τομ Μιούλερ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Φρανσίς Λατρέιγ
|

|
|
| |
| |
Αναζητώντας τη Σανγκριλά |
 |
|
| |
 |
Μια ομάδα χαρωπών τουριστών από την ανατολική Κίνα σπρώχνει με δύναμη έναν τεράστιο θιβετιανό κύλινδρο προσευχής.
Κάνουν το γύρο της δυτικής Κίνας με λεωφορείο και την ώρα αυτή διασκεδάζουν προσπαθώντας να περιστρέψουν τον τεράστιο κύλινδρο. Με πάνω από 15 μέτρα ύψος και 7,5 μέτρα διάμετρο, ο Κύλινδρος Προσευχής της Τυχερής Νίκης απεικονίζει ανάγλυφες τις 56 εθνοτικές ομάδες της Κίνας να συνεργάζονται σε μια εξιδανικευμένη μορφή αρμονίας.
Τρεις γεροδεμένοι μοναχοί με ξυρισμένα κεφάλια καταφθάνουν για να βοηθήσουν. Οι τουρίστες προσπαθούν να γυρίσουν τον κύλινδρο αριστερόστροφα, που στο θιβετανικό βουδισμό είναι η λάθος κατεύθυνση. Οι μοναχοί τούς βάζουν να σπρώξουν από την άλλη μεριά και ο τεράστιος κύλινδρος αρχίζει να περιστρέφεται.
Κάποιο κινητό χτυπάει με μουσική υπόκρουση από κινεζική ποπ. Μια γυναίκα ψαχουλεύει την τεράστια τσάντα της. Ένας κουστουμαρισμένος άντρας ψάχνει κι αυτός στο μαύρο δερμάτινο σακάκι του. Μια κοπέλα με αθλητικά μποτάκια αναδεύει το σακίδιό της. Αλλά τελικά ένας από τους μοναχούς πηγαίνει λίγο παραπέρα και βγάζει το κινητό από το ράσο του.
Μιλάει δυνατά καθώς κοιτά προς την πόλη που απλώνεται αποκάτω του.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Μάρκ Τζένκινς
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Κένεθ Γκάρετ
|
| |
Κήποι στα ύψη |
 |
|
| |
Αν τα κτίρια ξεφύτρωναν από το έδαφος σαν μανιτάρια, οι στέγες τους θα ήταν καλυμμένες με χώμα και φυτά.
Όμως οι άνθρωποι δεν τα έχτισαν έτσι. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει ότι οι ταράτσες των πόλεων είναι μια τεχνητή έρημος, μόνο που η έρημος είναι ένα ζωντανό ενδιαίτημα. Η αλήθεια είναι πιο σκληρή. Οι αστικές ταράτσες είναι ένας τόπος νεκρός στρωμένος με άσφαλτο, που παρουσιάζει μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, πλήττεται από σφοδρούς ανέμους και απεχθάνεται το νερό.
Ανεβείτε όμως στην ταράτσα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Βανκούβερ στην Πλατεία Βιβλιοθήκης –εννέα ορόφους πάνω από το κέντρο της πόλης– και θα βρεθείτε σ’ ένα ουράνιο λιβάδι, όχι σ’ έναν ασφαλτούχο χερσότοπο. Ακόμα κι αν βρισκόταν στο επίπεδο του εδάφους, αυτός ο κήπος των 1.850 τ.μ. –που σχεδιάστηκε το 1995 από την αρχιτέκτονα τοπίου Κορνίλια Χ. Ομπερλάντερ– θα ήταν έτσι κι αλλιώς εντυπωσιακός. Ψηλά πάνω από το Βανκούβερ, το θέαμα σε αποπροσανατολίζει.
Οι λεγόμενες «ζωντανές στέγες» δεν είναι κάτι το νέο. Ήταν συνηθισμένες στα αγροτόσπιτα των μεσοδυτικών πολιτειών, ενώ στέγες από τύρφη υπάρχουν ακόμα σε ξυλόσπιτα και παραπήγματα στη βόρεια Ευρώπη. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες αρχιτέκτονες, κατασκευαστές και πολεοδόμοι σε όλο τον πλανήτη στρέφονται όλο και περισσότερο στις «πράσινες στέγες», όχι για την αισθητική τους αλλά για την πρακτική τους χρησιμότητα, την ικανότητά τους να αμβλύνουν τις θερμοκρασιακές αντιθέσεις που παρατηρούνται στις συμβατικές οροφές.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Βέρλιν Κλίνκενμποργκ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Έιμι Τόνσινγκ
|
 |
|
| |
Αρκτικές διεκδικήσεις |
 |
|
| |

|
Το γραφείο του Αρτούρ Τσιλιγκάροφ, εξερευνητή των πόλων και «Ήρωα της Ρωσικής Ομοσπονδίας», βρίσκεται στο τέλος ενός μεγάλου διαδρόμου στη Δούμα, τη ρωσική βουλή. Στην είσοδό του κυριαρχεί μια αφίσα του πυρηνικού παγοθραυστικού Yamal, ενός θηρίου μήκους 150 μέτρων με τεράστια ζωγραφισμένα δόντια. Ο Τσιλιγκάροφ κάθεται σε μια δερμάτινη πολυθρόνα φορώντας σκούρο κουστούμι και με το χρυσό αστέρι του Ήρωα καρφιτσωμένο στο στήθος. Δίπλα του στέκει μια υδρόγειος σφαίρα με ύψος ένα μέτρο, που παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: είναι στραμμένη έτσι ώστε να είναι ορατοί και οι δύο πόλοι. Η Γη γυρισμένη στο πλάι.
Είναι χειμώνας στη Μόσχα, τρεις μήνες αφότου ο Τσιλιγκάροφ έστησε τη ρωσική σημαία στο βυθό του Βόρειου Πόλου, μια προφανής καταπάτηση γης που προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο και έλαβε μεγάλη δημοσιότητα σε όλο τον κόσμο. Είναι ένας πολυάσχολος άνθρωπος και προσπερνά τις αβρότητες. «Μας πήρε εφτά μερόνυχτα για να φτάσουμε στο Βόρειο Πόλο. Δεν ήταν απλό» λέει. Κοντά στον πόλο τα πλοία του Τσιλιγκάροφ βρήκαν ένα άνοιγμα στον πάγο, μέσα από το οποίο καταδύθηκαν δύο βαθυσκάφη, το Mir I και το Mir II. Ο Τσιλιγκάροφ βρισκόταν στο πρώτο. O στόχος του, ο πραγματικός Βόρειος Πόλος, βρισκόταν σε βάθος 4.200 μέτρων.
«Ήταν πάρα πολύ σκοτεινά» λέει για την κατάδυση. «Φυσικά και ήταν ριψοκίνδυνο. Φυσικά και φοβόμασταν». Εκείνος και ο συνάδελφός του βουλευτής Βλάντιμιρ Γκρούζντιεφ, ένας επιχειρηματίας που πλήρωσε 400.000 ευρώ για μια θέση στο σκάφος, κοίταζαν μέσα από τα φινιστρίνια. Η κατάδυση θα διαρκούσε σχεδόν τρεις ώρες, το ίδιο και η ανάδυση. Στο μεταξύ ο επιπλέων πάγος θα μετακινούνταν. Αν δεν έβρισκαν πάλι το άνοιγμα, θα εγκλωβίζονταν. «Το πιο θλιβερό» λέει ο Τσιλιγκάροφ, «ήταν ότι ξέραμε πως κανείς δεν θα μπορούσε να έρθει για να μας σώσει». Λίγο μετά το μεσημέρι, το Mir I άγγιξε τοv επίπεδο, λασπώδη βυθό. Το βαθυσκάφος συνέλεξε δείγματα από τον ωκεάνιο πυθμένα και μετά κατευθύνθηκε προς τον πόλο, όπου ο ρομποτικός του βραχίονας έστησε μια ρωσική σημαία από τιτάνιο.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Μπιόρν Έρικσον
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Μακένζι Φάνκ
|
Ο δρόμος του ιαγουάρου
|
 |
|
| |
Βαθιά μέσα στα δάση της Κόστα Ρίκα ένας νεαρός ιαγουάρος ξυπνά κάποιο σούρουπο και, αφού τεντωθεί, αθόρυβα μα αποφασιστικά εγκαταλείπει για πάντα το μέρος όπου γεννήθηκε.
Νιώθει ασφάλεια εδώ και ξέρει ότι υπάρχουν άφθονα ελάφια, πεκάρι και αγκούτι για τροφή. Υπάρχουν, επίσης, θηλυκά για ζευγάρωμα. Αλλά υπάρχει κι ένας ενήλικος αρσενικός που διεκδικεί τόσο το δάσος όσο και τις θηλυκές, και δεν θα ανεχθεί αντίζηλους. Η μυρωδιά της μητέρας, που τόσο τον ανακούφιζε όταν ήταν μωρό, δεν μπορεί πλέον να τον κρατήσει στον τόπο αυτό. Και φεύγει.
Όμως ο νέος ταξιδευτής έχει πάρει λάθος δρόμο. Μετά από λίγα χιλιόμετρα φτάνει στην άκρη του δάσους· μπροστά του απλώνεται μια φυτεία καφέ. Όμως το ένστικτο και η ανάγκη τον κάνουν να προχωρήσει προφυλαγμένος πίσω από δέντρα και φράχτες ή μέσα από ποτάμια. Σε λίγο, ωστόσο, τα μόνα σημεία προφύλαξης που έχουν απομείνει είναι διάσπαρτοι θάμνοι και λίγα δέντρα, όπου δεν υπάρχει καθόλου τροφή. Έχει φτάσει κοντά σε αγροκτήματα με αγελάδες. Ένα βράδυ η πείνα του και η μυρωδιά από ένα νεογέννητο μοσχαράκι τον αναγκάζουν να ξεχάσει τους φόβους του και να κινηθεί σε ανοιχτό χώρο. Πλησιάζει αθόρυβα και με μια απότομη κίνηση σκοτώνει το μοσχαράκι με τα πανίσχυρα σαγόνια του.
Την επόμενη μέρα ο κτηνοτρόφος βρίσκει τα απομεινάρια του ζώου και τα ίχνη του ιαγουάρου. Ειδοποιεί έναν γείτονα και μαζεύουν μια ομάδα σκυλιών. Εντοπίζουν το νεαρό ιαγουάρο αλλά είναι οπλισμένοι μόνο με καραμπίνες· αγχώνονται και πυροβολούν από μεγάλη απόσταση. Το χοντρό κρανίο του ιαγουάρου τον προστατεύει από το θάνατο αλλά οι σφαίρες πετυχαίνουν το ένα του μάτι και το αριστερό μπροστινό πόδι.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Μπιόρν Έρικσον
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Μακένζι Φάνκ
|
 |
 |
|
|
| |
|
| |
|
| |
ΑΡΧΕΙΟ |
|
| |
|
|
|
 |
 |